Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρτυρίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Τα κατεχόμενα μέρη μας


Συνέντευξη από τη θεία μου

ΓΙΑ ΤΑ  ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΜΑΣ

Συνέντευξη από την θεία μου για τα κατεχόμενα:

-Ποιo είναι το όνομα σου και από πού κατάγεσαι;
-    -   Ονομάζομαι Μάρω και κατάγομαι από ένα κατεχόμενο χωριό της Μόρφου το Καπούτι.

-Γεννήθηκες στο Καπούτι;
-       -Ναι. Γεννήθηκα στο Καπούτι τον Μάρτιο του 1963.

-Δηλαδή έζησες στο Καπούτι κάποια χρόνια?  Μίλα μου για αυτά.
-       -Μεγάλωσα εκεί.  Ήταν το χωριό όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια. Τα καλύτερα και πιο αθώα χρόνια της ζωής μου.  Μέχρι τον Ιούλιο του 1974 που έγινε η Τουρκική εισβολή και φύγαμε για πάντα αφήνοντας πίσω μας το σπίτι που μεγάλωσα, το πρώτο μου σχολείο, το δημοτικό σχολείο, τους φίλους και συμμαθητές μου.

-Θυμάσαι το σπίτι σου πως ήταν;
-      - Βέβαια το θυμάμαι.  Εξάλλου ήμουν εντεκάμισι χρονών όταν έκαναν εισβολή οι Τούρκοι στην Κύπρο.  Μόλις είχα τελειώσει το δημοτικό σχολείο του χωριού μου και είχα δώσει εξετάσεις για να φοιτήσω την επόμενη σχολική χρονιά στο γυμνάσιο της Μόρφου.  Το σπίτι μου ήταν χτισμένο περίπου στο κέντρο του χωριού.  Είχε δύο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα ενωμένη με τραπεζαρία ένα μικρό χωλ και μια μεγάλη σαλοτραπεζαρία.  Ήταν μικρό σε σχέση με τα σπίτια που κτίζονται σήμερα, όμως γεμάτο αγάπη και φιλοξενία για τους γείτονες, τους φίλους και τους συγγενείς μας.  Δίπλα ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου της Μαρίτσας και του παππού μου Ευθύμιου και πάρα δίπλα το σπίτι της πρό γιαγιάς μου της Αγάθης, πιο παλιά κτίσματα με μεγάλους και μικρούς ηλιακούς και καμάρες.  Έξω από τα τρία σπίτια η μεγάλη στρογγυλή αυλή σπαρμένη με μεγάλες άσπρες πέτρινες πλάκες να σχηματίζουν πότε μικρά βουναλάκια και πότε λακκούβες.  Στην άκρη ο επιβλητικός πετρόχτιστος φούρνος όπου ζύμωναν η γιαγιά με την μητέρα μου και έφτιαχναν του κόσμου τις αρτολιχουδιές.  Κάθε Πάσχα μου έφτιαχναν αυγοτές με ψωμί σε σχήμα βάτραχου ή καλαθιού και το κόκκινο μας αυγό στη μέση. Τα Χριστούγεννα πάλι φτιάχναμε τον Άγιο Βασίλη σε μεγάλο ψωμί για να το βάλουμε το βράδυ της παραμονής στο τραπέζι μαζί με ένα ποτήρι ποτήρι κρασί, μια  μαντηλιά, μια χτένα, το πορτοφόλι του πατέρα μου και τις παντόφλες εμένα και των αδελφών μου.  Χαρά που κάναμε όταν πηγαίναμε για ύπνο πως ότι το βράδυ θα έρθει ο Άγιος να φάει, να πιει κρασί  να χτενίσει τα γένια του και να αφήσει χρήματα σε όλους, στο πορτοφόλι του πατέρα μου και στις παντόφλες μας.

-Θυμάσαι ωραία πράγματα;  Τι άλλο θυμάσαι;
-       -Θυμάμαι την κάθε γωνιά των σπιτιών μας, της αυλής , της γειτονιάς όπου παίζαμε ασταμάτητα όλα τα παιδιά μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.  Ποτέ δεν χορταίναμε να παίζουμε και να τρέχουμε χαρούμενοι, ανέμελοι στα στενά χωματένα δρομάκια του χωριού μου.

-Εκτός από το σχολείο τι άλλο είχατε στο Καπούτι;
-       -Είχαμε την εκκλησία μας που ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και θυμάμαι κάθε Κυριακή που πήγαινα με τη γιαγιά μου.  Εκεί γίνονταν όλα τα μυστήρια,  γάμοι, βαφτίσεις κλπ.  Είχαμε δύο τράπεζες, παντοπολεία, ένα ζαχαροπλαστείο, τρία καφενεία κα πρατήριο βενζίνης.

-Στο χωριό υπήρχαν περιβόλια;
-      - Όπως και στη Μόρφου όλα τα χωριά της Μεσαορίας ήταν πεδινά και είχαν άφθονο νερό. Γι’αυτό υπήρχαν πολλά περιβόλια με εσπεροειδή. Πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια, γκρέιπ φρούτ.  Είχε και ο πατέρας μου ένα μεγάλο περιβόλι σε μια περιοχή που ονομαζόταν «Αγγούλι».  Στο χωριό υπήρχαν, εκτός από περιβόλια, πολλοί ελαιώνες που ποτίζονταν από μια μεγάλη δεξαμενή.  Το μάζεμα των ελιών ήταν σωστό πανηγύρι για τους συγχωριανούς.

-Τι άλλο είχε στο χωριό σου;
-       -Είχαμε το Κεφαλόβρυσο όπου το πετραύλακο έτρεχε συνεχώς νερό, χειμώνα και καλοκαίρι.  Θυμάμαι ήταν ο τόπος όπου κάθε Δευτέρα της Καθαράς όλοι μαζευόμασταν εκεί να κόψουμε την Μούττη της Σαρακοστής.  Οι πιο τολμηροί έβαζαν τα μαγιώ τους και κάθονταν μέσα στο κρυό νερο.

-Έχει τόσα πολλά να θυμάσαι;
-      - Θα μπορούσα να μιλώ για μέρες για όσα έζησα στο χωριό μου.  Η ζωή κυλούσε όμορφα τα χρόνια εκείνα.  Έγνοια του καθενώς ήταν να βγει το μεροκάματο είτε καλιεργώντας την γη είτε φροντίζοντας τα περιβόλια και τις ελιές είτε βόσκοντας τα πρόβατα στους αγρούς.  Τότε τα 2/3 των νοικοκυριών ήταν βοσκοί. Εξασφάλιζαν το κρέας τους, το γάλα,, το χαλλούμι, τραχανά, γιαούρτι και ό,τι άλλο φτιάχνεται από γάλα.   Όλοι φρόντίζαν να έχουν τα απαραίτητα για τα παιδιά τους.

-Θα ήθελες να ήσουν ακόμη εκεί;
-      - Ναι Άντρια μου.  Και τι δεν θα έδινα για να μπορέσω να περπατήσω ξανά ελεύθερα στα στενά δρομάκια του χωριού μου, στους τόπους που γεννήθηκα, που έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου.  Να εκκλησιαστώ στην εκκλησία που πήγαινα παιδί, να σταθώ εκεί στη γωνιά που πάντοτε καθόμουν δίπλα από την γιαγιά μου, να ζωντανέψω τις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων.

-Δεν πήγες ποτέ ξανά στα κατεχόμενα;
-       -Πήγα τρεις φορές μετά που άνοιξαν τα οδοφράγματα.  Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο.  Όλα άλλαξαν.  Κτίστηκε μεγάλο πανεπιστήμιο, τα πιο παλιά σπίτια γκρεμίστηκαν, όσα επέζησαν άλλαξαν μορφή.  Οι δρόμοι μου φάνηκαν μικροί, οι αποστάσεις κοντινές, το τεράστιο, στα μάτια μου, δημοτικό φαινόταν μια σταλιά!  Οι παππούδες μου και οι γιαγιάδες μου πέθαναν στην προσφυγιά, η εκκλησία έγινε τζάμι με μια σειρά νιπτήρες στο προαύλιό της για να πλένουν οι άπιστοι τα πόδια τους πριν μπούνε μέσα.  Ο Μιναρές να ορθώνεται δίπλα από το καμπαναριό για να μας θυμίζει ότι πλέον δεν είμαστε οι δικαιούχοι του χωριού που κάθε του σπιθαμή γης πότισαν οι γονείς, οι παππούδες και οι προπάπποι μου με τον ιδρώτα και το δάκρυ τους.  Το σπίτι του θείου μου Νίκου βουβό, λες και ότι ποτέ δεν θα πατούσε ξανά το πόδι του εκεί, που έδωσε την ζωή του ηρωΪκά μαχόμενος στις μάχες της Λαπήθου.

-Για να κλείσουμε τη συνέντευξη μας, τι θα ήθελες να ευχηθείς;
-       -Ποτέ μα ποτέ ξανά να μην έρθει έτσι κακό στον τόπο μας. Ούτε παιδιά, ούτε  εγγόνια να ζήσουν και να βιώσουν όλα τούτα που εμείς ζήσαμε.  Ποτέ κανένας να μην σας διώξει από το σπίτι, το χωριό, το σχολείο τη ζωή σας.  Είναι όπως να ξεριζώνουν την ψυχή σου και πάντα θα σε ακολουθά.

΄Αντρια Ιωάννου Στ΄2


Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Τουρκική εισβολή


Το ξημέρωμα της 14ης Αυγούστου ο Αττίλας πραγματοποιεί το δεύτερο σκέλος του σχεδίου του να μοιράσει το νησί σκορπώντας παντού το. θάνατο και την καταστροφή. Τα αεροπλάνα σφυρίζουν πάνω από τα κεφάλια μας και οι βόμβες πέφτουν. Τώρα που μεγάλωσε ο φόβος όλο και περισσότεροι χωριανοί παίρνουν τον μόνο ανοιχτό δρόμο που απέμεινε προς τα Κοκκινοχώρια και τις Βάσεις. Αν δεν έχουν δικό τους αυτοκίνητο, ανεβαίνουν σε φορτηγά και τρακτέρ. Μια καρότσα από πίσω σέρνει τους ανθρώπους μιας ολόκληρης γειτονιάς, που σκαρφάλωσαν την τελευταία στιγμή. Μερικοί είχαν την προνοητικότητα να πάρουν και μια τσάντα με προσωπικά ρούχα, ένα πάπλωμα, μια κουβέρτα και το κομπόδεμα με τα χρυσαφικά της οικογένειας. Οι περισσότεροι όμως φεύγουν όπως βρίσκονται με το κοντομάνικο και τις καλοκαιρινές τους παντόφλες. Τι να πρωτοπορούν άλλωστε, από ένα ολόκληρο νοικοκυριό; Εξάλλου κανένας δε φεύγει για πάντα. Περιμένουν πως θα περάσει το κακό και θα ξανάρθουν να ταΐσουν τα ζώα, ν' απλώσουν τα πλυμένα ρούχα, ν' αποτελειώσουν το ζύμωμα, να στεγνώσουν το φρεσκοψημένο τραχανά και να ποτίσουν τα λουλούδια της αυλής. Σαν σκαρφαλώνουν στο πρώτο μέσο για να φύγουν, ποτέ δεν περνάει από το μυαλό τους πως από δω κι εμπρός θα είναι εκτοπισμένοι στον ίδιο τους τον τόπο, πώς θα λένε κι αυτοί ιστορίες σαν αυτές που άκουγαν από τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας!

Ηλίας Μηνά Στ΄1

Τα απομνημονεύματα της Βασούλας

Τα απομνημονεύματα  της Βασούλας Πέτρου γραμμένα από την εγγονή της,  Δωροθέα Νικολάου, μαθήτρια της Στ΄2  του Δημοτικού Σχολείου Επισκοπής.

20 Ιουλίου 1974
Το πρωί η Βασούλα ξύπνησε στις 6, στο χωριό της, τον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου. Άνοιξε το ραδιόφωνο.  Μια δυνατή φωνή καλούσε τους άνδρες να καταταγούν στο στρατό γιατί οι Τούρκοι εισέβαλαν στο νησί. Τρομαγμένη ξύπνησε τον άντρα της και του ανάφερε τα δυσάρεστα μαντάτα. Ο Πέτρος ετοιμάστηκε στα γρήγορα, φίλησε την έγκυο γυναίκα του και τα δύο του κοριτσάκια και έφυγε. Η Βασούλα βγήκε έξω και βρήκε τις γειτόνισσες. Όλες ήταν αναστατωμένες. Ακούγονταν συνέχεια βομβαρδισμοί και ο ουρανός γέμισε αεροπλάνα. Κυριαρχούσε σε όλους ο φόβος και η ανασφάλεια.
14 Aυγούστου 1974
Οι Τούρκοι ξεκίνησαν τη δεύτερη εισβολή και προχώρησαν στην Αμμόχωστο. Ο κόσμος ξεκίνησε να φεύγει τρομαγμένος προς τα νότια της Κύπρου. Η γειτονιά της Βασούλας ξεκίνησε να ερημώνεται. Αυτή όμως δεν είχε αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να φύγει με τα κορίτσια της. Εξάλλου, οι γονείς της αρνούνταν να φύγουν και να εγκαταλείψουν τα πρόβατα και τις κατσίκες τους. Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Προσευχόταν συνέχεια για τη σωτηρία της πατρίδας της και τη δική της.
15 Αυγούστου 1974
Χαράματα ο κύριος Κωστής κτύπησε την πόρτα.
_Βασούλα επέστρεψα για σένα. Έλα μαζί μου κόρη μου. Πάμε να σώσεις τα παιδιά σου. Να γεννήσεις κάπου με ασφάλεια.
Η Βασούλα αποχαιρέτησε τους γονείς της, πήρε τα κοριτσάκια της, πήρε και μερικά ρουχαλάκια και έφυγε. Σύντομα θα ησύχαζαν τα πράγματα και θα γύριζε πίσω. Σε λίγα λεπτά άφηναν τους τον Άγιο Σέργιο. Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω είδαν Τούρκους στρατιώτες να κλείνουν με βαρέλια το χωριό. Το είχαν καταλάβει. Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα έφτασαν στην Αχερίτου, ένα χωριό νοτιότερα. Εκεί άκουσαν ότι το νοσοκομείο της Αμμοχώστου καταλήφθηκε από τους Τούρκους.
Η Αχερίτου είχε γεμίσει πρόσφυγες, κατατρεγμένους, φοβισμένους. Οι λίγες αίθουσες διδασκαλίας του χωριού έγιναν χώρος φιλοξενίας πολλών από αυτούς. Άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ τους αλλά όλοι με τον ίδιο κοινό φόβο της ζωής και του θανάτου. Εκεί βολεύτηκε και η Βασούλα με τα κορίτσια της, τη Μάρθα 4 χρόνων και την Άντρη 11 μηνών. Το μυαλό της όμως όλο λογάριαζε τις ημερομηνίες. Μέχρι το δεκαπενταύγουστο θα είχε γεννήσει της είχε αναφέρει ο γιατρός πριν ένα μήνα.
18 Αυγούστου 1974
Τα γέλια των παιδιών την ξύπνησαν. Ήθελε πολύ να τους χαμογελάσει και αυτή. Στο μυαλό της είχε χίλιες ανησυχίες. «Πώς θα γεννήσει; Πού θα γεννήσει; Ποιος θα τη βοηθήσει στη γέννα;» Σε λίγα λεπτά βρέθηκε να τριγυρνά πάλι στο χωριό και να ψάχνει για γιατρό, για μαία, για …λύσεις.
-Εγώ κόρη μου είμαι μαία. ‘Ακουσε μια φωνή από μια μεσήλικη κυρία που έβγαινε από τον μπακάλη τους χωριού. Έφτασα και εγώ εδώ όπως ακριβώς και εσύ πριν δυο μέρες. Φώναξέ μου μόλις με χρειαστείς.
 Ένα δάκρυ άρχισε να κυλά στα μάτια της Βασούλας.
-Εγώ δεν είμαι πρόσφυγας. Είμαι από την Αχερίτου. Δεν θα σε αφήσω να γεννήσεις κόρη μπροστά στα μάτια τόσων ανθρώπων μέσα σε μια αίθουσα. Θα έρθεις σπίτι μου να σε φιλοξενήσω εγώ. Ακούστηκε και η φωνή της κυρα-Καλλούς.
Πλήμμυρες άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια της Βασούλας. Συγκινημένη ευχαρίστησε τις δύο κυρίες που της έστειλε ο Θεός και επέστρεψε στο σχολείο που τη φιλοξενούσε.
Βράδιασε για τα καλά αλλά ο ύπνος δεν έπαιρνε τη Βασούλα. Κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα. Ξύπνησε τη θεία της που κοιμόταν πάρα δίπλα. Σιγά σιγά περπάτησε μέχρι το σπίτι της κυρα-Καλλούς. Της κτύπησε δειλά την πόρτα. Αυτή την υποδέχτηκε με το μεγαλύτερο χαμόγελο που θα μπορούσε κάποιος να ζωγραφίσει στο πρόσωπό του. Έστρωσε  αμέσως το κρεβάτι του γιου της που έχασε πρόσφατα και έβαλε τη Βασούλα να ξαπλώσει. Η μαία έφτασε τρέχοντας. Οι γυναίκες που βρέθηκαν εκεί να βοηθήσουν άναψαν μερικά κεριά για να αποφύγουν τον έντονο φωτισμό της λάμπας που ίσως προκαλούσε τα αεροπλάνα από ψηλά.
19 Αυγούστου 1974
Η κυρα-Καλλού διαλαλούσε στις γειτόνισσες τη χαρά της. Ένα κοριτσάκι γεννήθηκε στο σπίτι της. Κερνούσε σαν να είχε αποκτήσει το πρώτο της εγγόνι. Δεν άργησαν οι δύο από τους γιους της να μπουν στο σπίτι επιστρέφοντας από τα πεδία των μαχών. Η χαρά τους ήταν απερίγραπτη. Ζήτησαν από τη μάνα το νεογέννητο και έτρεξαν στον ιερέα του χωριού.
-Πάτερ τι θα γίνει με αυτό το μωρό; Ακούεται πως οι Τούρκοι προχωρούν και θα φτάσουν και στην Αχερίτου. Να το βαπτίσουμε πάτερ γιατί δεν ξέρουμε την τύχη μας…
25 Νοεμβρίου 1974
Ο Πέτρος, μαζί με το νονό της μικρής του κόρης, ψάχνουν ένα άδειο σπίτι στη Λεμεσό για να τους στεγάσει για… δεν ξέρουν για πόσο.
19 Αυγούστου 2015

Σ’ ένα σπίτι στο συνοικισμό Επισκοπής, η κυρα-Βασούλα κρατά το καπνιστήρι και ευχαριστεί το Θεό που τη βοήθησε σε κάθε δύσκολη στιγμή που έζησε και παρακαλά για επιστροφή, για λύση του κυπριακού προβλήματος.

Συνέντευξη από τον παππού

Συνέντευξη από τον παππού μου για τα κατεχόμενα μέρη μας.

Για σας σήμερα θα κάνω μια συνεντεύξη από τον παππού μου που μιλάει για το χωριό του .  
 -Λοιπόν παππού από πού κατάγεσαι ;
-Κατάγομαι από την Λάπηθο της επαρχίας Κερύνιας.
-Πώς ήταν η ζωή σε αυτό το χωριό ;
-Λοιπόν, η ζωή ήταν ομαλή και περνούσαμε πολύ ωραία.
-Τι έκανες στον ελεύθερο σου χρόνο;
-Κάθε Κυριακή πηγαίναμε με την οικογένειά μου στον κινηματογράφο, στις θάλασσες και πηγαίναμε στους καφενέδες.
-Τι κάνατε όταν ήταν ο καιρός των γιορτών;
-Τον καιρό των γιορτών προετοιμαζόμασταν. Οι γυναίκες ζύμωναν τα κουλουράκια , έρχονταν όλοι οι συγγενείς μας για να διασκεδάσουμε , να παίξουμε παιχνίδια κ.ά.
-Ήταν  μεγάλη η Λάπηθος ;
-Αγόρι μου η Λάπηθος ήταν κωμόπολης. Είχε έξι ενορίες ,έξι εκκλησίες ,έξι σχολεία, γυμνάσιο, δημαρχείο και νοσοκομείο.
-Άρα δεν είχατε πολλά προβλήματα.
-Πριν το 1974 δεν είχαμε προβλήματα όπως σήμερα .
-Ευχαριστώ με ενημέρωσες πολύ για τη Λάπηθο.


Σωτήρης Αντρέου Στ΄1